Η κόκκινη εκκλησία

στις

Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να συνωστίζονται πάνω από το νησί.

Προμηνύεται ισχυρή καταιγίδα. Σε τούτο τον τόπο, που μέχρι χθες ο ήλιος έπαιζε κλεφτοπόλεμο με τη σκιά στους δρόμους της πόλης, είχε αρχίσει να ξημερώνει μία ακόμη φθινοπωρινή Κυριακή.
Το χωριό ήταν ήσυχο. Συνέχιζε λες μία σχέση γραμμική με το γαλήνιο παρελθόν του. Στα σπίτια όμως, που αγκάλιαζαν τους πρόποδές του, επικρατούσε ανησυχία και ας έδειχνε το ρολόι έξι το πρωί.
Ως άλλα παιδιά του γιαλού,οι κάτοικοί του ήταν συνηθισμένοι στις μεταβολές του. Από παιδιά άλλωστε, είχαν μάθει να τον ερμηνεύουν καθώς ξεκινούσαν πριν ο ήλιος σχίσει τον ουρανό για ένα ακόμα παραγάδι.
Το κλειστό παράθυρο, γέμισε μικρές κυλίδες νερού που άξαφνα άρχισαν να πληθαίνουν.  Στο πλησιασμά του ανθρώπινες φιγούρες αρχισαν να διακρίνονται στον δρόμο.
Είχε αρχίσει η προσέλευση στο μέρος που η ψυχή αναζητά σωτηρία μέσα στην αφοσίωση. Άλλη μια Κυριακή μα τόσο ξέχωρη από τις άλλες.
Αυτό το πρωινό, η κόκκινη εκκλησία στον λόφο, στις ανατολικές πλαγιές των Σκάρων, στην περιφέρεια του χωριού Πλατύστομα που στέκει, από το 1478, στο δρόμο που σήμερα συνδέει την ενδοχώρα της Λευκάδας με τα παραθαλάσσια χωριά Περιγιάλι και Νυδρί και είναι αφιερωμένη στην Υπεραγία Θεοτόκο Ευαγγελίστρια, είχε γιορτή στα πλαίσια των εργασιών ανακατασκευής της.
Τα χέρια που την έχτισαν πριν από αιώνες και που αντανακλούσαν την καταιγίδα πίστης εκείνων των ανθρώπων, είχαν δημιουργήσει πολλά περισσότερα από ένα ακόμη μοναστήρι.
Γιατί, οι ιερομόναχοι εκείνοι, που λέγονταν Μανωλίτσης και Δαμιανής, καλλιέργησαν ένα τοπόσημο που δεν αγγίζεται από τον χρόνο παρά μόνο από ψυχές. Εκείνες είναι άλλωστε που για ακόμη μία φορά συγκεντρώνονταν και ετούτη την ημέρα για την επαναλειτουργία της.
Η γιαγιά μου η Γεωργία, κάθε χειμώνα τότε, που όλοι φεύγαμε από το νησί,σκέπαζε τη μοναξιά της όχι με τη μαύρη μαντίλα με την οποία τη θυμάμαι και την οποία φόραγε ως αντανάκλαση της απώλειας ελπίδας που της άφησε ο χαμός ενός παιδιου αλλά, με το λευκό παραδοσιακό λευκαδίτικο κέντημα με το οποίο έκλεινε τα παράθυρά της.
«Όταν ο χειμώνας είναι βαρύς και η νύχτα θολή όπως οι σκέψεις μας, σκέφτομαι την κόκκινη εκκλησία στον λόφο» μου είχε πει καθώς με αντίκρυσε μία φορά στα σκαλιά του σπιτιού μας. «Ξεκάθαρη και δυνατή στέκει στις κακουχίες που φέρνει ο καιρός και μοιάζει με το φάρο του τόπου που επέλεξε ο Θεός να μας ορίσει για να ζούμε».
Ανάβουν τα κεριά και πληθαίνουν. Κρατώ το δικό μου καλά και με προσοχή το ανάβω. Η μικρή λάμψη του ενισχύει τις υπάρχουσες. Προσωπικές προσευχές συγκεντρωμένες σε έναν μικρό χώρο που δε μοιάζει με μία Κυριακάτικη υποχρέωση γιατί ποτέ δεν ήταν.
Και, εκείνη την Κυριακή, συγκεντρωμένοι όλοι στην υπέρβαση της μοναξιάς που αναζητά το πνεύμα και οι κρυφές προσευχές του καθενός ολοκληρώνονται με την ίδια λέξη, Αμήν, η αλήθεια της πίστης στην θρησκευτική όσο και στην οικογενειακή παράδοση συναντά την ελπίδα το τοπόσημο να ξαναγεννηθεί αφού καλά φυλάχθηκε μες τις καρδιές μας.

Απάντηση